Οι αυθεντικές πηγές του Χριστιανισμού, παρά τις συνεχείς αναζητήσεις, παρέμειναν μέχρι σήμερα, σε πολλά τους σημεία, στο σκοτάδι. Εάν απευθυνθούμε στις πρώτες μαρτυρίες των πρώτων δύο αιώνων της εποχής μας θα βρούμε αισθητά ίχνη προχριστιανικής Γνώσης που φωτίζει τους πολιτισμούς που προηγήθηκαν και προετοίμασαν το δικό μας παρόν.

Στα μισά του πρώτου αιώνα και στα 100 χρόνια που ακολούθησαν βρίσκουμε, αντί μίας και μοναδικής Εκκλησίας, και μίας και μόνης μορφής πίστης, πολυάριθμες Κοινότητες και πολυάριθμους τρόπους έκφρασης της θρησκευτικής ιδέας, που όλες έβρισκαν σημεία επαφής με τη ζωή και το Φως της μίας και αιώνιας Θρησκείας, της Αιώνιας Γνώσης.

Πολλές φορές συγχέονται μεταξύ τους οι όροι «Γνώση» (Γνώση με Γ κεφαλαίο ή Gnosis με G κεφαλαίο για να ξεχωρίζει από την πληροφόρηση) και «Γνωστικοί». Ο καθένας από αυτούς τους όρους έχει μία ιδιαίτερη σημασία. Η Γνώση, ή αρχέτυπη επιστήμη είναι η κατανόηση των θείων πραγμάτων ή η ληφθείσα διδασκαλία των πρώτων ανθρώπων, τότε που η γήϊνη ανθρωπότητα ήταν ακόμη καθαρή, διότι ήταν ακόμη βυθισμένη στο Δημιουργό Φως. Είναι αυτό που η Παράδοση μετέδωσε μυστικά και διαφύλαξε με πίστη από εποχή σε εποχή και αποκάλυψε με σύμβολα στα Ιερά βιβλία της Ινδίας, της Κίνας, στα Μυστήρια των αρχαίων μυήσεων, στα μοναστικά κέντρα του Θιβέτ, της Αιγύπτου, της Χαλδαίας και της Ελλάδας.

Είναι η οδός, η αλήθεια, η ζωή, η ελευθερία των οποίων η διδασκαλία όλων των Χριστών υπήρξε ο Λόγος (όχι η απλή ομιλία, αλλά η εκπομπή της κατάλληλης ενέργειας η οποία καταλήγει στην δημιουργία του «Ορθού Λόγου»), ο οποίος ήταν πάντοτε το εκλεκτό στοιχείο όλων των σοφών και αναζητητών της Αλήθειας. Σε αυτήν ακριβώς την διδασκαλία βασίσθηκαν κατά την διάρκεια όλων των εποχών τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά συστήματα εκ των οποίων ακριβώς αναδύθηκαν εδώ κι εκεί πρόσωπα που άντλησαν κάποιες σπίθες καθαρού φωτός. Πρόσωπα τα οποία όμως πολλές φορές παραποίησαν, αλλοίωσαν ή πρόδωσαν με τις προσωπικές τους επιλογές το καθαρό φως. Στο βάθος όμως παρέμεινε πάντα η μοναδική και αμετάβλητη Αλήθεια, η αγνή Γνώση. Γνώση αμετάβλητη και αναλλοίωτη η οποία καθορίζει την ανάπτυξη της πορείας της ανθρώπινης ψυχής. Μπορούμε να πούμε ότι η Γνώση είναι το υποσυνείδητο του ανθρώπου που τον συνοδεύει διαμέσου του Χρόνου, χωρίς ουδέποτε να στηρίζεται παρά μόνον στο Δίκαιο, ανανεωνόμενη μόνον από τις Παραδοσιακές μαρτυρίες.

Η γραπτή Γνώση ανακτάται από το αρχαιότερο βιβλίο του κόσμου, το «Y King» υπαγορευμένο από τον FO-SHU τον Μάγο Αυτοκράτορα που έζησε 57 αιώνες προ Χριστού. Ο Lao-Tzu εξήγαγε από αυτό ένα σώμα διδασκαλίας και ο Κομφούκιος ένα ηθικό σύστημα. Ο Βούδας αποκόμισε τις τέλειες διδασκαλίες του 600 χρόνια πριν τον Χριστό και ο Διδάσκαλος Ιησούς διέδωσε την Γνώση χωρίς πέπλα στους μαθητές εκείνους που θεώρησε έτοιμους να την δεχθούν, ιδιαιτέρως δε στον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Ο Μωάμεθ το έλαβε υπόψη του στην συγγραφή του Κορανίου του. Εξάλλου, ο δικός μας Δυτικός Εσωτερισμός, φωτίζεται από αυτήν τη Γνώση μέσα στο σκοτάδι της εποχής μας.

Αυτή (η Γνώση), είχε τους Αποστόλους της και τους Διδασκάλους της σε όλες τις εποχές και σε όλα τα δόγματα, αν και δεν ανήκε σε καμμία Θρησκευτική ομολογία, ενώ είναι η πηγή όλων των Θρησκειών.

Ο Γνωστικισμός, από την άλλη, είναι κάτι διαφορετικό. Είναι τα διάφορα Γνωστικά κινήματα και ιδιαιτέρως ο Χριστικός Γνωστικισμός που δημιουργήθηκε τους πρώτους αιώνες της εποχής μας. Εκείνα τα χρόνια, εκτός από τον παλαιό Φαρισαϊκό Ιουδαϊσμό που ήθελε να επιβιώσει και να αποκηρύξει τον Σωτήρα Χριστό, στο κέντρο του Ιουδαιο-Χριστιανισμού που ήθελε να ρίξει νέο κρασί μέσα στο παλαιό που είχε ήδη ξεπερασθεί για να διατηρηθεί και να είναι διαθέσιμο, αναβίωνε με τον Πέτρο ένας περίεργος γάμος μεταξύ Τορά και Ευαγγελίου. Δημιουργήθηκε έτσι χώρος για μία θρησκεία βασισμένη στο δίκαιο και την αγάπη, συγκρουόμενη αναπόφευκτα με την Ιαχωβίτικη αδιαλλαξία.

Αυτή τη Διδασκαλία που ο Ραβίνος της Γαλιλαίας διακήρυξε στην Ιουδαία, Γαλιλαία, Σαμάρια και κάτω μέχρι τα σύνορα της Τύρου και Σιδωνίας δεν ήταν  νέα αφού οι βαθειές ρίζες της εισχωρούσαν στα βάθη του πλέον μακρινού παρελθόντος. Η δολιότητα όμως των ανθρώπων, η διαδοχή των γεγονότων και άλλες αμέτρητες αιτίες κατέληξαν να  αποκρύψουν αυτές τις Παραδόσεις. Έτσι κατέστη αναγκαίο να αναγεννηθούν να αφυπνισθούν από τον μακρύ τους ύπνο, να διαποτισθούν με σφρίγος και ζωή, και να προσαρμοσθούν στην ανάγκη κατανόησής τους από τους λαούς, στην κενότητα του ήδη ξεπεσμένου πολιτισμού.

Η αποστολή του Ραβίνου της Γαλιλαίας  ήταν να μεταδώσει το εσωτερικό μέρος των Διδασκαλιών του  σε επιλεγμένους των ακολουθούντων. Αυτές οι διδασκαλίες αποτέλεσαν το υπερβατικό μέρος της διδασκαλίας του.  

Το άλλο το εξωτερικό μέρος, κατευθύνθηκε στις μάζες των μικρών και ταπεινών, για τους οποίους οι ίδιες ακριβώς διδασκαλίες δινόντουσαν καλυμμένες με παραβολές, με ηθικές αρχές, με προσκλήσεις αδελφοσύνης και διακηρύξεις αδελφικής παγκόσμιας συνεργασίας…

Οι εκλαϊκευμένες  διδασκαλίες αναπαράχθηκαν πιστά στα Ευαγγέλια και στις επιστολές των Αποστόλων οι οποίες έχουν μεταδοθεί σχεδόν αναλλοίωτες. Δυστυχώς δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο για την εσωτερική διδασκαλία για την οποία δεν είναι δυνατό να επαναδομηθούν οι μεγάλες της γραμμές. Γραμμές οι οποίες διαμέσου του συμβολισμού που έχει απομείνει από τα γραπτά των πρώτων Γνωστικών, Ιωάννη, Σίμωνος, Βαλεντίνου, Βασιλείδη, Καπροκράτη κλπ. των οποίων οι διαφορετικές ερμηνείες (οι οποίες επέφεραν και δυσαρέσκεια των μαθητών τους) δημιούργησαν τους διάφορους κλάδους του Γνωστικού δένδρου («L’Arbre Gnostique» του Fabre des Essarts [Tau Synésius]).

Έτσι λοιπόν, εκκινώντας από τον 2ο αιώνα της εποχής μας  αρχίζει να γίνεται λόγος για την γνωστική «αίρεση», αφού ως τέτοια θεωρήθηκε ο Γνωστικισμός. Η   αντιπαράθεση με τον επίσημο Χριστιανισμό, θα γίνει η αιτία για να εδραιωθεί  ένα δόγμα αντιφρονούντων με Εσωτεριστικά χαρακτηριστικά. Αναπόφευκτο αποτέλεσμα ήταν η διαίρεση και όσον αφορά τις διδασκαλίες και τα υψηλότερα θέματα δόγματος. Αυτά τα δόγματα τα ξαναβρίσκουμε σε όλα τα θρησκευτικά κινήματα που ακολούθησαν αργότερα στην πορεία της διαφυγής από την Ρωμαϊκή Εκκλησία. Η μυστική διδασκαλία των Ναϊτών, των Βαλντέζων, των Καθαρών και Αλβηγινών (Καθαροί ή Αλβιγηνοί ήταν το όνομα που δόθηκε σε μια θρησκευτική σέκτα με Χριστιανικές ρίζες, η οποία βασίσθηκε σε στοιχεία Γνωστικισμού), είναι όχι απλά εξ’ονόματος αλλά βάσει των δεδομένων τους Γνωστικές Διδασκαλίες. Όταν το 1889 ο Jules-Benoît Stanislas Doinel du Val-Michel  ανταποκρινόμενος σε εκ των άνω κάλεσμα ίδρυσε την Γνωστική Εκκλησία σε πρακτική βάση, δεν έκανε τίποτε άλλο από το να συνεχίσει, μαζί με τους Πατέρες μας, την άλυσο πεποιθήσεων και κοινών ελπίδων η οποία ουδέποτε διακόπηκε.

Όποιος προσεγγίσει την Γνώση θα πρέπει να είναι προσεκτικός να μην αποτολμήσει να συνεχίσει χωρίς οδηγό όσον αφορά τις ιστορίες που εκλαϊκεύθηκαν από τους Πατέρες της Εκκλησίας. Συνειδητά ή όχι, οι Πατέρες της Εκκλησίας αρκετές φορές διαστρέβλωσαν τις διδασκαλίες που οι ίδιοι καταπολεμούσαν μεταφέροντας συμβολισμούς τους οποίους περιελάμβαναν με την κυριολεκτική τους έννοια. Γι’αυτό απαιτείται προσοχή στην μελέτη των κειμένων.

Προσεγγίζοντας την Γνώση, ως γνώση του Μυστηρίου του Σύμπαντος και της ανθρώπινης μοίρας, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι αυτή αναδύθηκε αυτόματα στις απαρχές του Χριστιανισμού από το Ευαγγέλιο. Επίσης το ότι προηγείται αυτού και δεν περιορίζεται στον Χριστιανισμό (Δικαίως ο Ερμητισμός έχει επονομασθεί «Μη Χριστιανικός Γνωστικισμός» καθότι ο Ερμής ο Τρισμέγιστος ήταν προγενέστερος της έλευσης του Ιησού Χριστού και επομένως του Χριστιανισμού). Ενώ τα Ευαγγέλια ανακοίνωσαν την Βασιλεία του Θεού προέκυψε κατόπιν μία Εκκλησιαστική ιεραρχία που λησμόνησε τις πηγές της και ενδιαφέρθηκε περισσότερο για το θρόνο του Καίσαρα…

Η Γνώση είναι ο κοινός παρανομαστής κάθε Θρησκείας, και στην Γνώση ασφαλώς ενσωματώνεται και ο Χριστιανισμός  ως καθαρή, αναθεωρημένη και φιλτραρισμένη γνώση, μυστική και διδακτική της καθαρής και αυθεντικής ρίζας.

Η Γνώση ήταν ήδη από τις πιο αρχαίες θεολογικές θεωρίες για την σωτηρία της ψυχής και μυστηριοσοφίας και ήταν αυτή που προετοίμασε το γήϊνο επίπεδο πάνω στο οποίο άκμασε και αναπτύχθηκε το Χριστιανικό μήνυμα. Οι Ιουδαϊκές, Ελληνικές, Περσικές, Συριακές, Ισλαμικές παράμετροι της Γνώσης έχουν όλες την ίδια γενεσιουργό πηγή, είτε αυτό ονομάζεται Shekinah, Minerva, Isthar, Myriam, Έννοια, ή Σοφία.

Η Γνώση που ήταν στην βάση του αρχέγονου Χριστιανισμού, απορρίφθηκε στη συνέχεια από την Εκκλησιαστική Ιεραρχία η οποία εκλαϊκεύθηκε, και γι’αυτό κατόπιν απείλησε και καταδίωξε ο,τιδήποτε απειλούσε την κοσμική της εξουσία.

Έτσι η Γνώση αποσύρθηκε στην Ανατολή της και στην θέση της τοποθέτησε τους μεμυημένους ακόμη και εάν δεν σταμάτησε ουδέποτε να μαρτυρεί, αναδυόμενη κάθε τόσο στο φως του ήλιου, ότι κάθε μυητική υπερβατική δραστηριότητα επί του ανθρώπου δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στην Παράδοση η οποία είναι απείρως ανώτερη κάθε εξωτερικής θρησκευτικής εκδήλωσης.

Η άνοδος του Μανιχαϊκού δυϊσμού, ο οποίος επηρεασμένος από τις Γνωστικές διδασκαλίες, στιγματίσθηκε ως αιρετικός, διαβεβαίωνε ότι η ωρίμανση της ενιαίας και ολοκληρωμένης συνείδησης βασίζεται στην συμπληρωματικότητα και την αρμονία των αντιθέτων (καλό και κακό, φως και σκότος, ευτυχία και δυστυχία, καλός και κακός Θεός). Ο  Θεός είναι ένας. Η Γνωστική διδασκαλία χρησιμοποιεί τους όρους καλός και κακός για τις διαφορετικές εκφάνσεις του που είναι ο «καλός» Θεός και ο «κακός» Θεός που εποπτεύει τον πεπτωκότα άνθρωπο.

Γνώση είναι ένα συνολικό ενιαίο συναίσθημα  και κάθε διαιρετική, δογματική δραστηριότητα δεν είναι παρά κάτι μονόπλευρο, μία διαίρεση, ένας αγώνας που πρέπει να ωριμάσει και να αναπτυχθεί, διότι μέσα από την ωρίμανση μπορεί να απελευθερώσει επανεντάσσοντας την δυάδα στη μονάδα ως μία νέα γέννηση.

Οι Γνωστικοί συμβολισμοί θέλουν να εκφράσουν μία οντολογική πραγματικότητα. Ο κόσμος εδώ κάτω είναι όπως ο κόσμος εκεί επάνω, δηλαδή όπως το Θείο Πλήρωμα (Στον Γνωστικισμό ως «Πλήρωμα» εννοείται η Πληρότητα του Θεού. Οι άνθρωποι οφείλουν να λυτρωθούν από τον φυσικό κόσμο και να κάνουν να επιστρέψει το πνεύμα τους στο Πλήρωμα), αλλά αντεστραμμένα, έτσι ώστε ό,τι εκεί είναι τάξη και αρμονία, εδώ είναι αταξία και χάος.

Αυτή η εκδοχή της κοσμικής επανένταξης είναι ο τρόπος για να κατανοήσουμε την αρχαία Χριστιανική συνιστώσα της Γνώσης, δηλαδή την επανενσωμάτωση, την προσέγγιση της αθανασίας. Η Θεοποίηση περνά μέσα από την αρχέτυπη σύγχυση των αξιών για να καταλήξει ως σταθερή  συνολική υπερχρονική ισορροπία των αξιών. Μόνον η σταθερότητα σώζεται αθάνατη, όταν (αυτή η σταθερότητα) προσεγγίζεται, εκεί όπου το σωματικό αυγό του ατομικού μας Πάσχα θρυμματισθεί, και ελευθερωθεί το συμβολικό πτηνό όλων των Μυητικών παραδόσεων και σταθεροποιηθεί αμετάβλητα η Ζωή απελευθερωμένη από την πολλαπλότητα.

Κάθε εκδήλωση που είναι μέσα στο παιχνίδι των αιτίων πρέπει να μετασχηματισθεί και να διασκορπισθεί, καταστρέφοντας τα στοιχεία που το συνθέτουν προκειμένου η Ύπαρξη, το Όλον να μπορέσει να εκδηλωθεί.

Όταν θα έχουμε συνειδητοποιήσει ότι η σταθερότητα που υπάρχει στο σύμπαν εισρέει μέσα μας, ότι η ψυχή δεν γεννιέται και πεθαίνει, θα γίνουμε εμείς το Όλον, η Ψυχή του παντός, η αιώνια ευλογημένη ύπαρξη. Εμείς οι ίδιοι είμαστε το πλήρες Σύμπαν και δεν υπάρχει τίποτα στο Σύμπαν που να είναι σε μας. Εμείς είμαστε η ψυχή αυτού του Σύμπαντος. Εμείς είμαστε το Όλον.

Η σταθερότητα λύνει το μυστήριο του μόνιμου μέσω του μεταβλητού. Σταθερότητα που προέρχεται από την συντριβή των μορφών και προσωπίδων του φαινομενικού κόσμου ως υπέρβαση του φθαρτού.

Κάθε άνθρωπος είναι το μέρος του Θεού το οποίο συνειδητοποιεί. Τί είναι αυτό επομένως που μας φοβίζει; Τί μας κάνει αδύναμους;

Θα πρέπει πάντοτε να έχουμε υπόψη μας ότι το να ζούμε αυτή τη ζωή η οποία περιορίζεται από εγωϊσμούς και επιθυμίες είναι σαν να φυτρώνουμε στο κατώφλι του θανάτου. Η αληθινή ζωή είναι μόνον όταν επεκτείνουμε τη συνείδησή μας για να είμαστε μέσα στο συνολικό σύμπαν.  Θα πρέπει σε καθέναν από εμάς να πραγματοποιηθεί εκείνη η Βασιλική μεταμόρφωση (ο Μυημένος καθίσταται Βασιλεύς-Κύριος του εαυτού του) που είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης από την προσωρινότητα συνείδησης. Μεταμόρφωση σε μία συνείδηση ολότητας η οποία δεν είναι πνεύμα που στερείται σώματος, αλλά πνεύμα και σώμα μαζί, δηλαδή πληρότητα, πλήρης άνθρωπος.

Αυτή όμως η πληρότητα δεν μπορεί να βασισθεί σε κατώτερα και εξωτερικά στοιχεία ή φιλοσοφίες, θρησκείες, επιστήμες οι οποίες είναι απλά αναλογικές εφαρμογές της Παράδοσης. Το μόνο που μετρά είναι η ίδια η Παράδοση, ο Εσωτερισμός, που είναι  τα μόνα οχήματα τα οποία μπορούν να μεταφέρουν τον άνθρωπο στο υπερβατικό επίπεδο και στις υπερβατικές επιδράσεις που αυτά τα οχήματα οδηγούν.

Σε όλες τις εποχές και σε όλους τους τόπους οι άνθρωποι αναζητούσαν απαντήσεις. Και πολλοί οι Διδάσκαλοι που τις έφεραν με τα μηνύματά τους, κάνοντας αυτές τις απαντήσεις ζωντανές μέσα από τη δική τους μαρτυρία ζωής, και τις οποίες οι άνθρωποι συνέλεξαν με ενθουσιασμό κάνοντάς τες οικείες.

Κατά κανόνα όμως, μετά τον πρώτο ενθουσιασμό ακολούθησε η αμφισβήτηση και η αμφιβολία. Το μεγαλύτερο μέρος των φιλοσοφιών και των Θρησκειών λειτούργησε άνετα όσο η ανθρωπότητα ήταν στην νηπιακή της ηλικία, και με τον ίδιο τρόπο που λειτουργεί και η επιστήμη σε κάθε εποχή, η οποία ξεπερνιέται από τις ανακαλύψεις της. Ο άνθρωπος της εποχής μας διατηρεί αναλλοίωτη την ανάγκη να κατακτήσει εντός του τις δικές του αλήθειες, τις δικές του διαβεβαιώσεις. Με λίγα λόγια υπολογίζει πολύ στο να βρει το δικό του Φως.

Εάν ο άνθρωπος είναι η ζωντανή εικόνα του  υπερβατικού Θεού, η Γνώση είναι το μέσον δια του οποίου ο άνθρωπος πρώτα συνειδητοποιεί την θεϊκή ύπαρξη εντός του και μετά αναζητά να την εκφράσει μέχρι την ταυτοποίησή του με αυτήν. Η επιτυχία κάθε ανθρώπου που έρχεται στον κόσμο είναι στην πραγματικότητα το να σκεφθεί και να ζήσει εντός του εκείνο το εσωτερικό του μέρος που είναι ο ανεκδήλωτος Θεός ο οποίος επιθυμεί να εκδηλωθεί  ζωντανός εντός του.

Ενώ η μετάδοση γνώσεων δύναται να είναι αντικείμενο κάποιων διδασκαλιών, η Γνώση (ως εσωτερική καθαρά εμπειρία) είναι ένα γεγονός εξαιρετικά οικείο και γι’αυτό άφατο, όπως η Αλήθεια η οποία εκδηλώνεται πρόσωπο με πρόσωπο χωρίς κανέναν διάμεσο. Αυτό είναι το  αμετάδοτο Arcano, το μυστικό των διαφορετικών μεταξύ τους Παραδόσεων, όχι διότι κάποιος απαγόρεψε την κοινοποίησή του αλλά διότι είναι μη εκφραζόμενο και μη κοινοποιούμενο αφ’ευατού του.

Ένα άλλο ιδιαίτερο ή αυθεντικό χαρακτηριστικό των Γνωστικών συστημάτων είναι το δόγμα της Θείας Γυναίκας, της Μητέρας, του Αιώνιου Θηλυκού, θεωρούμενο ως Οδός μεταξύ Θεού και Κόσμου. Δύναται να βουλιάξει τον κόσμο, αλλά μπορεί επίσης και να τον σώσει.

Σύμφωνα με τους Γνωστικούς, σε κάθε άνθρωπο ενυπάρχει ένα ψύγμα Θεότητας, δηλαδή μία σπίθα Θείου Φωτός φυλακισμένη στο σώμα του εξ απαρχής της δημιουργίας του. Από αυτήν την κατάσταση ο άνθρωπος εξέπεσε και αυτή του η πτώση παρατηρήθηκε συχνά με σεξουαλική μορφή. Το Θείο «σπέρμα» χάθηκε παρεισφρυόμενο στη μήτρα που είναι το Χάος, η ύλη. Ο Σωτήρ θα το αποκαταστήσει έλκοντας προς Αυτόν τις εκλεκτές ψυχές.

Σε όλα τα συστήματα βρίσκουμε αυτό το βασικό θέμα: Πρόκειται για την επανόρθωση, ή το να γνωρίσουμε το πώς να επιστρέψουμε στις αρχέγονες περιοχές από όπου προερχόμαστε.

Σύμφωνα με την Γνωστική Διδασκαλία υπήρχε ο Ένας, ο αρχικός, άγνωστος Θεός (Βυθός, η Μονάδα, ο πρώτος Αιών). Ως προς τη φύση του θεωρούνταν υπερβατικός, άρρητος και άγνωστος. Από αυτόν τον Έναν εκπορεύθηκαν άλλοι Αιώνες, ζεύγη των κατώτερων υπάρξεων κατ’ ακολουθίαν. Όλοι μαζί οι Αιώνες σχημάτιζαν το Πλήρωμα ή πληρότητα του Θεού. Οι Γνωστικοί μύθοι και η εσωτερική διδασκαλία που αποκαλύπτουν τέθηκαν πάντοτε κάτω από διάφορες μορφές και ονομασίες αν και ήταν πάντοτε κληρονομιά μικρών ομάδων Γνωστικών.

Ποια είναι επομένως η Γνωστική Διδασκαλία; Είναι η ίδια η Παράδοση, όπου Ελευθερία και Νόμος είναι οι δύο στήλες, των οποίων η υπερκείμενη αψίδα είναι το Στέμμα που κάνει Βασιλικό και μεγαλειώδη όχι τον Σοφό ή τον Άγιο, αλλά μόνον τον Μυημένο.

Ουδείς δύναται, όσο μεγάλος και να είναι, να προσωποποιήσει αυτή τη διδασκαλία, τόσο όσο μπορεί η βιωματική αίσθηση. Πρόκειται για την τεράστια Ελευθερία της επανεύρεσης διά μέσου της Γνώσης, εκείνου του Νόμου που αποκαθιστά τον δικό μας ανάλογο Μικρόκοσμο, με τον Θείο Μακρόκοσμο.